ΛΙΓΗ ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
– Που θα πας φέτος, φρεσκοχωρισμένος, διακοπές; Ρώτησε με κάποια περιέργεια ο Νίκος τον Στέργιο στο γραφείο.
– Δεν έχουμε πάρει διαζύγιο. Σε διάσταση είμαστε. Στο έχω πει χίλιες φορές. Ύψωσε τη φωνή του ο Στέργιος και στο μέτωπό του εμφανίστηκε πάλι εκείνη η ρυτίδα, που έκανε την εμφάνισή της τους τελευταίους τρεις μήνες.
Ήταν μαρτύριο αυτοί οι τρεις μήνες. Άφησε το σπίτι του, άφησε τη γυναίκα και τα παιδιά του και πήγε να νοικιάσει μόνος. Η Ελένη τον παρακαλούσε να μείνει. Να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να βρουν μια λύση. Να πάνε σε σύμβουλο γάμου, αν ήθελε αυτός, ή να πάνε στον Πνευματικό τους, τον π. Αντώνιο, που είχε χρόνια να συναντήσει ο Στέργιος.
Κατά βάθος τη θαύμασε ακόμα περισσότερο τη γυναίκα του αυτούς τους μήνες. Ο τρόπος που τον δεχόταν κάθε φορά που πήγαινε να δει τα παιδιά.
Η ευγένεια και η αξιοπρέπεια της αυτές τις δύσκολες ώρες.
Αν ήταν άλλη στη θέση της Ελένης θα είχαν πάρει διαζύγιο προ πολλού. Δεν υπήρχε κάποια εξωσυζυγική σχέση, όχι. Αλλά υπήρχε κάποια απομάκρυνση από μέρους του. Ίσως γιατί πήρε προαγωγή και ανέβαινε ως στέλεχος στην Εταιρεία, ίσως γιατί αυτός συντηρούσε την οικογένεια και η Ελένη επέλεξε να μείνει στο σπίτι να μεγαλώσει τα παιδιά τους και να τους φροντίζει, όπως έκαναν οι μανάδες τους τριάντα χρόνια πριν. Να είναι εκεί, δίπλα του να τον στηρίζει, να τον ηρεμεί, να τον δυναμώνει.
Όλα αυτά και άλλα πολλά έκανε η Ελένη. Και το κατάλαβε τους τρεις τελευταίους μήνες, που επέλεξε να φύγει από το σπιτικό τους. Θυμήθηκε την ερώτηση του Νίκου στο γραφείο.
Που θα πάει διακοπές. Η Ελένη του είπε ότι θα πάρει τα παιδιά, αν συμφωνούσε κι αυτός, να πάνε στο χωριό. Θα έμεναν στο πατρικό τους. Ένας δρόμος τους χώριζε. Στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, ήξερε την Ελένη θα παντρευτεί. Μεγάλωσαν σπούδασαν και παντρεύτηκαν. Ποιος το περίμενε να έλθει τέτοιος πειρασμός στο σπιτικό τους….
Λοιπόν το αποφάσισε θα πήγαινε κι αυτός στο χωριό. Θα έπαιρνε την άδειά του ολόκληρη τον Ιούλιο και θα πήγαινε στο πατρικό του.
Η μητέρα του έμενε πια μόνη στο πέτρινο σπίτι τους. Τον δέχτηκε με χαμόγελο, αλλά έβλεπε την πίκρα στα μάτια της. Ήταν σίγουρος ότι έλιωνε στην προσευχή η μάνα , όπως και η γυναίκα του. Είχαν αυτό το κοινό μεταξύ τους νύφη και πεθερά που πάντα τις έδενε.
——– ——— ——–
Το χωριό φαινόταν να κοιμάται κάτω από τον ήλιο του Ιουλίου. Μόνο τα τζιτζίκια θύμιζαν ότι η ζωή κυλάει ακόμα. Ο Στέργιος περπατούσε ώρες στα σοκάκια, μακριά από οθόνες και συμβούλια. Μακριά από προαγωγές και χρήματα.
Ένα απόγευμα πήρε το μονοπάτι που έβγαζε στο ξωκλήσι του προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου. Όταν ήταν παιδιά, πολύ συχνά έφταναν εκεί να παίξουν. Έκτοτε το είχε ξεχάσει, όπως ξέχασε κι άλλες γωνιές του εαυτού του. Θυμόταν μια φράση που ‘λεγαν οι παλιοί. “Στον Προφήτη Ηλία καθαρίζουν οι καρδιές”.
Στο ξωκλήσι η πόρτα ανοιχτή. Μέσα, λίγα κεριά έδιναν μια μικρή λάμψη. Κάθισε έξω στο πεζούλι και άφησε τον ιδρώτα να στεγνώσει από τον αέρα του βουνού. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε να αδειάζει. Όχι από κούραση, αλλά από εκείνον τον θόρυβο που κουβαλούσε πάντα στο στήθος του.
Ένας ψίθυρος βγήκε από το στόμα του, σαν προσευχή : Κύριε, βοήθησέ με ησύχασέ με. Δείξε μου τον δρόμο. Δώσε μου λύση. Μόνος μου δεν μπορώ”.
Κάτι άλλαξε μετά το απόγευμα αυτό. Οι μέρες κυλούσαν. Το πρωί βοηθούσε την μάνα του στον κήπο, μετά πήγαινε στα παιδιά, περισσότερο γιατί ήθελε να βλέπει και την Ελένη. Το μεσημέρι ξάπλωνε στη σκιά της κληματαριάς και το απόγευμα ανέβαινε ξανά στο ξωκλήσι. Άναβε ένα κερί και μετά καθόταν και κοιτούσε πέρα τα βουνά και τον κάμπο.
Ένα απόγευμα ο ουρανός γέμισε σύννεφα και έπιασε καταιγίδα δυνατή, από εκείνες που καθαρίζουν την ατμόσφαιρα κι αφήνουν τα πάντα να μοσχοβολούν.
Ο Στέργιος μπήκε στο ξωκλήσι να προστατευτεί και από πίσω του να κι ο π. Αντώνιος. Μόλις που πρόλαβε να μπει πριν ξεσπάσει για τα καλά το μπουρίνι.
– Τόσες μέρες είσαι στο χωριό και δεν ήρθες να με δεις. Τον μάλωσε ήσυχα ο ιερέας.
– Συγχώρεσέ με Πάτερ. Ξέρεις είμαι λίγο μπερδεμένος.
– Γι’ αυτό ήρθα εγώ να σε βρω.
– Για μένα ήρθες, Πάτερ; Αν έπεφτε κάποιος κεραυνός στο δρόμο; Τρόμαξε ο Στέργιος.
– Τι λες ευλογημένε και στον Όλυμπο ν’ ανέβαινες, θα ερχόμουν. Τώρα όμως δεν μπορείς να φύγεις. Εδώ θα μείνουμε μέχρι να τελειώσει η μπόρα, να τα πούμε. Αν θέλεις βέβαια.
– Αν θέλω; Περισσότερο από ποτέ. Και να σου πω, Πάτερ. Όταν σε είδα είπα : Θεέ μου τόσο γρήγορα απάντησες στην προσευχή μου;
Τα καντήλια τρεμόπαιζαν και η καταιγίδα ξεσπούσε δυνατή. Τα δένδρα χόρευαν, ενώ τα πουλιά και τα μυρμήγκια κούρνιαζαν σιωπηλά, μάρτυρες του Μυστηρίου στο ξωκλήσι του προφήτη Ηλία εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου. Τα είπε όλα ο Στέργιος κάτω από το πετραχήλι του π. Αντωνίου. Όλα.
Η βροχή σταμάτησε και το σούρουπο άρχισε να πέφτει. Κατέβηκαν στο χωριό και η γη μύριζε υγρό χώμα και πεύκο. Τα μάτια έλαμψαν όλων από χαρά. Τα παιδιά έτρεξαν στην αγκαλιά του μπαμπά τους και η Ελένη δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυά της. Ο Στέργιος, και ας ήταν όλοι μπροστά πήγε στη γυναίκα του και μπροστά της γονάτισε και αναλύθηκε κι αυτός σε δάκρυα.
Αυτό το καλοκαίρι δεν έλεγε όλα τους τα προβλήματα. Όμως επιστρέφοντας στην καθημερινότητα ήξερε πως κάπου ψηλά, στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, είχε βρει λίγη από τη δροσιά, που χαρίζει ο Θεός στις καρδιές που Τον ζητούν αληθινά. Και αυτό ήταν αρκετό, για να ξαναρχίσει τον αγώνα μαζί με τη γυναίκα του.
Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό “Ο Θεόφιλος”
Ημ/νία γραφής : 6/9/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


