ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ” Φανέρωσε’ μας άνθρωπο να μας πάει στο σπίτι σου.”
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
Την έλεγαν Κυριακή και την ξαδέλφη της Μαργαρίτα. Μαζί θα περνούσαν δυο εβδομάδες, Ιούλιο μήνα στο παραθαλάσσιο εξοχικό της μακαρίτισσας της θείας τους. Απλή κατοικία σε κτήμα μικρό στην άκρη του χωριού. Αυτό ήταν όλο. Αλλά τόσο όμορφο το τοπίο! Απέραντοι κάμποι. Ώριμα στάχυα δίπλα κυμάτιζαν. Και ήταν ο ήχος τους, όταν φυσούσε ο μπάτης, τόσο τερπνός! Έμοιαζε με ισοκράτημα Θείο που συνόδευε την μελωδία των παφλασμών των μικρών κυμάτων, τα οποία διαλύονταν ήρεμα και ατελείωτα δαντελωτά ακρογιάλια.
Μελώδημα ουράνιο τούτο! Μάλιστα όταν επιπλέον βελάσματα και κουδουνίσματα προβάτων, που ανέμελα έβοσκαν πέρα στους κάμπους, συντονίζονταν με τη φλογέρα του καλού τους βοσκού. Σ’ αυτό το πανόραμα έβλεπες ακόμη σμήνη από καρδερίνες και σπίνους να φτερουγίζουν κάνοντας γύρους μικρούς κάτω από τον ήλιο και άκουγες τα γλυκοκελαηδήματά τους.
Ύστερα τα έβλεπες να βουτούν με ορμή στις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων για να πάρουν ανάσες δροσιάς στη σκιά τους. Να κλέψουν τους ώριμους πλούσιους καρπούς τους, για να χορτάσουν.
Τούτοι οι ήχοι, οι εικόνες, τα χρώματα που ακούμε και βλέπουμε στη γη όπου πατούμε, είναι σφραγίδα θείας πνοής, ομορφιάς και αγάπης του πάνσοφου Δημιουργού και Θεού Πατέρα μας. Όλα αυτά αμυδρή απομίμηση μιας άλλης, της ουράνιας έκπαγλης ωραιότητας.
Ω, η φύση! Ναός του Θεού, Τι ηρεμία! Αλλά τι είναι όλα τούτα μπροστά στον άλλο Ναό που λέγεται οίκος Θεού, εκκλησία, όπου συνάζονται οι πιστοί για τη Θεία Λατρεία; Εκεί άλλα χρώματα, ήχοι, βιώματα ανέκφραστα.
Αύριο Κυριακή. Ημέρα ιερή. Η Μαργαρίτα και η Κυριακή μας με πόση λαχτάρα περιμένουν την ώρα να εκκλησιαστούν στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής, μακριά κάπως από το χωριό τους. Αύριο θα κοινωνήσουν με καρδιά ξομολογημένη και χωρίς ίχνη κακίας για κανένα. Με νου προσηλωμένο στο Θεό.
Απόψε Σάββατο και όλα τόσο ήρεμα κυλούν. Γνωρίζουν γι’ αύριο την ώρα. Πρωί – πρωί περνά το τοπικό λεωφορείο που μαζεύει από πέντε χωριά τους πρωινούς επιβάτες. Ανάμεσα σ’ αυτούς θα είναι και η Μαργαρίτα με την Κυριακή… Και ναι, ανέβηκαν στο λεωφορείο. Τι τα θες όμως; Πειρασμός πρωινός τους βρήκε. Κοιτούν τώρα γύρω, Άγνωστος τόπος. Παντού ησυχία. Χάραμα. Το φως στην αρχή του. Η φύση ξυπνούσε. Ψυχή πουθενά να ρωτήσουν. Και πινακίδα καμία. Στο βάθος αχνά φαίνονταν αγροκατοικίες μέσα σε απέραντα κτήματα. Και οι δύο ξαδέλφες μόνες τελείως.
Σαν μυροφόρες στα χέρια κρατούν πρόσφορο, νάμα, θυμίαμα, λίγα κεριά. Οι καρδιές τους σφιγμένες αγωνία μεγάλη να φτάσουν. Που να ‘ναι η εκκλησία; Ποιο να ρωτήσουν; Κάποια στιγμή στο βάθος του χωμάτινου δρόμου είδαν να έρχεται κάτι. Άφηνε πίσω του σκόνη. Μάλλον αγροτικό. Κάνουν σήμα να σταματήσει. Να ρωτήσουν τουλάχιστον που βρίσκονται, πως πάνε στην Εκκλησία της Αγίας Κυριακής.
Αλλά εκείνο έφυγε γρήγορα από μπροστά τους. Χάθηκε. Και τώρα πάλι μόνες. Ησυχία παντού. Ελπίδα καμία. Ευτυχώς σε 10 λεπτά έρχεται και άλλο όχημα. Σηκώνουν τα χέρια και οι δύο. Τα κουνούν ακατάπαυστα. Εκλιπαρούν όσο μπορούν. Αλλά και εκείνο βιαστικό φεύγει από μπροστά τους. Καμιά σημασία. Πειρασμός πρωινός, Κυριακάτικος πειρασμός είναι αυτός…
Και τότε, ώ! Μες στην απογοήτευση σηκώνει τα χέρια της ψηλά η Κυριακή μας στη μέση του δρόμου και φωνάζει όσο μπορούσε δυνατά :
– Αγία μας Κυριακή, Φανέρωσέ μας τώρα άνθρωπο να μας πάει στο σπίτι σου.
– Κυριακή μου, τι λες και φωνάζεις;
Χάρη στην πίστη όμως της Κυριακής, που είχε βάλει στην άκρη τη λογική, έγινε το θαύμα. Την άκουσε την ισχυρή κραυγή της ή συνονόματη Αγία της.
Και απάντησε αμέσως. Δεν είχαν περάσει ούτε τρία λεπτά και μπροστά τους σταμάτησε μόνο του αυτή τη φορά, αυτοκίνητο.
– Κυρίες μου, ψάχνετε κάτι; Πρωί – πρωί τι ζητάτε στον έρημο τούτο δρόμο;
– Τον Ναό της Αγίας Κυριακής ζητάμε. Που είναι να πάμε να λειτουργηθούμε.
– Ω! μην ανησυχείτε, κι εγώ εκεί πηγαίνω. Έρχομαι από Αθήνα. Να της φέρω το τάμα, την εικόνα του Αγίου Εφραίμ για το προσκυνητάρι. Μόνο καθίστε πίσω, πλάι στη κόρη μου τη Σωτηρία. Γιατί εδώ δίπλα μου έχω την εικόνα. Βλέπετε είναι μεγάλη της καρδιάς μου το τάμα εδώ.
Ω ! Πολύ σας ευχαριστούμε. Είσθε η απάντηση του Θεού στη μεγάλη μας αγωνία. Μισή ώρα περιμέναμε λύση. Κάναμε λάθος στη στάση. Κατεβήκαμε σε άγνωστο τόπο. Και τώρα λαχταρούμε να βρεθούμε στο σπίτι της Αγίας μας που τόσο τιμάμε και αγαπάμε. Να λατρεύσουμε όλοι μας τον ουράνιο Δημιουργό και Πατέρα μας Θεό.
Ο δρόμος ήταν μακρύς και χωματόδρομος. Έφτασαν ωστόσο όλοι εγκαίρως και καλά. Στις καρδιές τους βασίλευε μυστική χαρά. Εκείνη η Λειτουργία η Θεία λατρεία θα μείνει αλησμόνητη. Πρώτη φορά οι δύο αδελφές έζησαν τόσο δυνατά την παρουσία του Θεού, την βοήθεια της Αγίας, τη μυστική χαρά και ειρήνη του Αγίου Πνεύματος που πλημμύριζε νου και ψυχής αισθήματα.
Ήταν θαύμα! Η Αγία τους είχε φανερώσει άνθρωπο να τους πάει στο σπίτι της. Όμως εκτός από εκεί θα τους οδηγήσει ασφαλώς κάποτε και στον ουράνιο παράδεισο.
Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό”, “Ο Σωτήρ.”
Ημ/νία γραφής : 1/7/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


