ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς”
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
Όλα τα χρόνια εκείνα, έτσι; Φαντάζομαι τις δυσκολίες σας, τη φτώχεια, τα προβλήματα… Ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε αυτοκίνητα, ούτε τηλέφωνα, ούτε γιατρός… απομονωμένο το χωριό σου, στην άκρη του πουθενά.. δύσκολες περιστάσεις… πικρά χρόνια, μαύρα χρόνια…
– Ευτυχισμένα χρόνια…
– Άκουσα καλά; Είπες ευτυχισμένα;
– Είπα ευτυχισμένα, ναι! Αχ, Θεέ μου! που με πήγες τώρα… “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς” τους πέρασε “εν στόματι ρομφαίας”, “Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ”… άλλος κόσμος!
– Είσαι καλά, τι σ’ έπιασε; Τι παραλήρημα είναι αυτό; Ποιός Ναβουχοδονόσορ; Τι σ’ έπιασε; Παράκρουση.
– Ω ! Παράκρουση, σίγουρα… ή, αν θέλεις νοσταλγία επώδυνη…
– Νοσταλγία; Το “επώδυνη” το καταλαβαίνω, αλλά νοσταλγείς τα χρόνια εκείνα, τα δύσκολα τα μαύρα;
– Πάψε να τα λες μαύρα! Δεν ξέρεις τι λες. Εκείνα τα χρόνια ήταν γεμάτα φως, χαρά, ζεστασιά…
– Ομολογώ, δεν σε καταλαβαίνω!
– Κι εγώ ομολογώ δεν σε παρεξηγώ. Πως να με καταλάβεις; Εσύ αγαπητέ μου , γεννήθηκες μες στ’ αυτοκίνητα, στις απαστράπτουσες βιτρίνες, στα θέατρα και τις μεγάλες εκδηλώσεις της Αθήνας.
Που να νιώσεις εσύ τη ζεστασιά…
– Ζεστασιά εκεί, στα κρύα, στα χίλια μέτρα υψόμετρο;
– Ναι εκεί! Και με το χιόνι να ξεπερνάει το ένα μέτρο και ν’ αποκλείει για μήνες εντελώς το χωριό… Αχ τι μέρες και τι νύχτες εκείνες… “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς”..
– Άντε πάλι, “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς”… Τι σ’ έπιασε μ’ αυτόν σήμερα;
– Θέλεις να μάθεις;
– Αν θέλω, λέει… Με τρέλανες με τις παραξενιές σου.
– Δεν έχεις άδικο. Τρελαίνομαι, αλήθεια, κι εγώ που τα θυμάμαι… Λοιπόν άκου : Το χωριό μας, όπως έχουμε πει, είναι σκαρφαλωμένο απέναντι από τον Σμόλικα στις πλαγιές της Βασιλίτσας. Χωρίς αυτοκινητόδρομο τότε, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα κι όλα αυτά που είπες. Τον χειμώνα από Δεκέμβρη μέχρι Μάρτη, σχεδόν βυθισμένο στα Χιόνια, αποκλεισμένο εντελώς.
– Ναι, το ξέρω… αποκλεισμένο! Μου τα ‘χεις πει αυτά… αλλά τι κάνατε όλο αυτό το διάστημα;
– Τι κάναμε; Τις δουλειές του Χειμώνα.
– Με τα χιόνια;
Ναι, με τα χιόνια ! Μα άκου, να μη σε μπλέξω με πολλά, να σε πάω στις νύχτες και στον Ναβουχοδονόσορ που σε παραξένεψε. Λοιπόν εκείνες τις μακρές χειμωνιάτικες νύχτες κάναμε τις παρατημένες δουλειές του καλοκαιριού. Δίπλα στο αναμμένο τζάκι, πάνω στη φλοκάτη στο πάτωμα… να ξεσπυρίζουμε καλαμπόκια φασόλια, να σπάμε τα καρύδια με προσοχή, να παίρνουμε ακέραιη τη ψίχα… τέτοια. Γινόταν ένας λόφος από φλούδες και τσόφλια. Αυτή ήταν η χαρά μου να κυλιέμαι επάνω σ’ αυτό το σωρό.
– Τα μαζεύατε επάνω στην φλοκάτη;
– Όχι άσχετέ μου φίλε! Πάνω στη φλοκάτη καθόμασταν εμείς. Αυτά τα μαζέψαμε δίπλα σε μια κουβέρτα. Όλα βέβαια υφασμένα από τα χέρια της μάνας μου. Ω! με συγχωρείς… μου λείπει, βλέπεις, η εμπειρία.
– Σου λείπει, φυσικά. Λοιπόν καθώς προχωρούσα με την εργασία, κάποια στιγμή ο πατέρας μου σταματούσε.
– Κουραζόταν;
– Μη βιάζεσαι… με διακόπτεις και χάνω την σειρά μου. Σταματούσε λοιπόν, σηκωνόταν έπαιρνε από δίπλα την Αγία Γραφή και άρχιζε να διαβάζει δυνατά.
– Μα, τι μου λες τώρα; Διάβαζε την Αγία Γραφή;
Ναι. Άκουσες καλά. Διάβαζε την Αγία Γραφή – συνήθως ένα κομμάτι από την Παλαιά Διαθήκη – και έπειτα μας το εξηγούσε να το καταλάβουμε κι εμείς.
– Ήταν μορφωμένος λοιπόν;
– Πολύ, είχε τελειώσει το Δημοτικό της εποχής εκείνης.
– Με κοροϊδεύεις; Το Δημοτικό και Διάβαζε την Αγία Γραφή;
– Μην απορείς. Δεν πρόσεξες. Είπα “της εποχής εκείνης”. Μάθαιναν γράμματα τότε…
– Η μητέρα σου;
– Η μητέρα μου δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό.. Άσε… αυτή είναι άλλη ιστορία.
– Καλά και ποιος του είχε συστήσει να διαβάζει την Αγία Γραφή;
– Σ’ αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω. Δεν είχα σκεφθεί να τον ρωτήσω. Ίσως μόνος του. Τι να πω; Δεν ξέρω.
Διάβαζε πάντως την Γραφή συνεχώς. Μόλις τελείωνε την έπαιρνε πάλι από την αρχή. Την έπαιρνε μαζί του και στο βουνό, όπου εργαζόταν ως υλοτόμος μαζί με άλλους άνδρες του χωριού. Θα την είχε διαβάσει δεκάδες φορές : 30, 40 , 50…
δεν ξέρω. Το αντίτυπο είχε διαλυθεί, είχε γίνει “φύλο φτερό”, όπως λέμε. Αργότερα η αδελφή μου που ζούσε στα Γιάννενα του χάρισε ένα καινούργιο αντίτυπο. Το χάρηκε αφάνταστα, αλλά σε λίγο χρόνο είχε διαλυθεί και αυτό.
– Μήπως υπερβάλεις : 40, 50 φορές.
– Δεν νομίζω… Πιστεύω πως όχι. Να φανταστείς, στα γεράματα του ο νέος ιερέας του χωριού μας,
ο παπα – Νικόλας, του έδωσε τον δεκατετράτομο “Μέγα Συναξαριστή” του Βίκτωρος Ματθαίου. Τον διάβασε – και τους 14 τόμους – πέντε φορές!
– Τι να πω… Αλλά ο Ναβουχοδονόσορ που κολλάει;
Α! σε νόμιζα και έξυπνο, φίλε μου. Αυτά είναι εκφράσεις που μου έχουν μείνει από εκείνα τα χειμωνιάτικα βράδια, όπου ο πατέρας μου διάβαζε δυνατά τη Γραφή. Αυτές ειδικά τις εκφράσεις τις διάβαζε στόμφο : “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς”, που πέρασε “εν στόματι ρομφαίας”, “Σεδράχ, Μισάχ, και Αβδεναγω”, οι τρεις Παίδες “εν καμίνω”.
– Ω, ναι! Έχεις δίκιο… Είμαι, φαίνεται, βραδύστροφος. Τα έχω και λίγο χαμένα. Ή μάλλον έχω αισθήματα ενοχής, με τύπτει η συνείδησή μου. 40, 50 φορές… Εγώ ούτε μια …
– Καιρός ν’ αρχίσεις. Κι εγώ επίσης…
– Α! Ωραία πραγματικά τα χρόνια σου εκείνα. Το τζάκι, η ζεστασιά, οι φλούδες, “Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς”, “εν στόματι ρομφαίας”, “Σεδράχ, Μισάχ, και Αβδεναγώ”… Έχω αρχίσει να παραληρώ κι εγώ!
Πηγή : Χριστιανικό Περιοδικό Αδελφότητας Θεολόγων “Ο Σωτήρ”.
Ημ/νία γραφής : 25/6/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


