ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ-“Έκλαιγα μέχρι που τελείωσε τελείως το κερί”
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
Δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία ο Γιάννης. Όμως ούτε και άπιστος ήταν. Μάλλον ένας αδιάφορος νέος, ο οποίος μετά τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο διορίστηκε σε καλή θέση μεγάλης εταιρείας.
Κάποιος φίλος στενός, παλιός συμφοιτητής, άνθρωπος της Εκκλησίας αυτός, έπειτα από συζητήσεις πολλές, καθώς τον έβλεπε καλοδιάθετο, του έκανε την πρόταση να πλησιάσει την πόρτα που οδηγεί στη ζωή. Και ο Γιάννης το τόλμησε. Έκανε το βήμα, το ένα βήμα που χωρίζει τον κόσμο της απάτης από το βασίλειο της αλήθειας, το σκοτάδι του θανάτου από το φως της ζωής.
Δέχτηκε το λουτρό της ψυχής, κατάθεσε στο ιερό Εξομολογητήριο όσα βάραιναν την ψυχή του και έζησε την προσωπική του ανάσταση, τη γέννησή του στο θαυμαστό κόσμο της αγάπης Του Θεού.
Βάδιζε χαρούμενος και ανάλαφρος τώρα την οδό του Κυρίου. Όλα στη ζωή του ήταν πια καινούργια, διαφορετικά. Όλα είχαν νόημα και ανώτερο σκοπό. Τα ζούσε με ενθουσιασμό και δόξαζε με την ψυχή του Αυτόν που όλους τους δέχεται και τους αναπαύει, και πιο πολύ εκείνους που τους βαραίνουν πολλά και μεγάλα. Και θυμάται με βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον Πανάγαθο Θεό Πατέρα τους τρόπους, με τους οποίους προετοίμαζε την ψυχή του για τη μεγάλη επιστροφή.
“Δεν είχα καμία ιδιαίτερη σχέση με την Πίστη εγώ. Ούτε πήγαινα στην Εκκλησία ποτέ. Κάποια φορά όμως, Κυριακή πρωί ήταν, δεν ξέρω πως το αποφάσισα να μπω ν’ ανάψω ένα κερί. Κάθισα λίγο. Άκουσα και το Ευαγγέλιο. Πρόσεξα λοιπόν που έλεγε ότι ήταν κάποιος πατέρας που είχα δύο παιδιά.
Το ένα απ’ αυτά, το νεότερο, του ζήτησε το μερίδιο της πατρικής περιουσίας που του ανήκε, και έφυγε σε χώρα μακρινή, να ζήσει ελεύθερος. Εκεί έπεσε σε ασωτίες. Ξόδεψε όσα είχε και έφτασε να πεινάει τόσο που κόντευε να πεθάνει. Θυμήθηκε τότε τον Πατέρα του και αποφάσισε να γυρίσει. Και ο Πατέρας τον συγχώρεσε. Τον υποδέχτηκε με χαρά. Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον έβαλε μέσα στο σπίτι και στη συνέχεια έκανε πανηγύρι και τραπέζι και χαρά.
Μου έκανε εντύπωση η ιστορία αυτή, τη ξέχασα όμως σύντομα. Συνέχισα να ζω όπως και πρώτα με όλες τις νεανικές αταξίες και εκτροπές χωρίς φόβο Θεού, χωρίς αναστολές, όπως και ο άσωτος υιός της παραβολής. Ώσπου πάλι, αφού πέρα σε καιρός, κάποια Κυριακή πρωί, χωρίς και αυτή τη φορά να καταλάβω πως, πέρασα πάλι το κατώφλι της Εκκλησίας. Άναψα το κερί μου. Δεν έφυγα αμέσως. Ας καθίσω λίγο είπα. Και να ο ιερέας βγήκε να διαβάσει το Ευαγγέλιο. Και είπε πάλι την ίδια ιστορία με τον σπλαχνικό πατέρα και τον άτακτο υιό.
Θεέ μου, λέω τώρα που τα αναπολώ! Πως με νικούσε η αγάπη σου! Πώς έφερνε μπροστά μου τον άσωτο υιό και την επιστροφή του και ετοίμαζε τη δική μου επιστροφή!
Έτσι οδηγήθηκα στο Εξομολογητήριο. Επέστρεψα κι εγώ σαν τον άσωτο υιό. Και ζω τώρα ευτυχισμένος στο σπίτι του Πατέρα.
Όμως αισθανόμουν ότι κάτι έμενε ακόμη, που το χρωστούσα στο Θεό. Περνούσαν τα χρόνια. Έκανα την οικογένειά μου. Μου έδωσε καλή σύζυγο ο Θεός. Αποκτήσαμε παιδιά. Αγωνιζόμουν μέσα στον ευλογημένο χώρο της πίστεώς μας. Βέβαια σαν αδύναμος άνθρωπος έκανα πάλι τα λάθη μου. Τα κατέθετα όμως στο πετραχήλι του πνευματικού και ξεκουραζόταν η ψυχή μου. Αυτό όμως που χρωστούσα στο Θεό, δεν μπορούσα να το ξοφλήσω. Ζούσα με μετάνοια. Ήθελα όμως να κλάψω το αισθανόμουν αναγκαίο, αλλά μου ήταν αδύνατο. Καταλάβαινα ότι η μετάνοια είναι πιο γνήσια, όταν συνοδεύεται από δάκρυα. Τα μάτια μου όμως έμεναν στεγνά. Και ζητούσα από το Χριστό να μου το δώσει, να κλάψω κι εγώ. Το κλάμα είναι ευλογία.
Επισκέφτηκα κάποιο απόγευμα τη Μονή του Αγίου Διονυσίου στις υπώρειες του επιβλητικού και υπερήφανου Ολύμπου, πολύ κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου.
Όταν μπήκα στο χώρο του Μοναστηριού, που είναι άβατο στις γυναίκες, συγκινήθηκα. Απόλυτη ηρεμία και ησυχία επικρατούσε εδώ. Στον τόπο αυτό, σκέφτηκα, ζουν οι επίγειοι άγγελοι του Θεού που δεν έχουν τα δικά μας, αυτά που καθημερινά μας απασχολούν, τα φτηνά, τα βιοτικά, τα κοσμικά, τα αμαρτωλά και άθλια.
Πόσους άραγε επίγειους αγγέλους έχει ο Θεός;
Μπήκα στο ναό του μοναστηριού και ξαφνικά έγινε το θαύμα που ζητούσα. Χωρίς να το περιμένω, λύθηκε το πρόβλημα που με απασχολούσε χρόνια.
Καθώς άναψα το κερί ήρθαν δάκρυα στα μάτια μου. Δάκρυα άφθονα, καυτά, μετανοίας δάκρυα λυτρωτικά. Έκλαιγα ώρα πολλή. Έκλαιγα μέχρι που έλειωσε τελείως το κερί στο μανουάλι.
Α, αυτό το κλάμα! Είναι δώρο του Θεού. Είναι μεγάλη ευλογία. Έκλαψα και ανακουφίστηκα. Βγήκε άλλος άνθρωπος από το μοναστήρι ο Γιάννης. Είχε πια βραδιάσει και άναψαν τα πρώτα καντηλάκια στο θόλο του ουρανού. Άστρα φωτεινά άναψαν και στον ουρανό της ψυχής του.
Δεν πέρασε καιρός πολύς και αρρώστια σοβαρή τον επισκέφτηκε. Την αντιμετώπισε με ψυχραιμία και πίστη. Καταλάβαινε το τέλος που πλησίαζε και το αντιμετώπισε άφοβα και με θάρρος, με την ιερή εξομολόγηση και με τη Θεία κοινωνία μέχρι και λίγες μέρες πριν την αναχώρησή του.
Έκλεισε τα μάτια του σ’ αυτόν τον κόσμο με απόλυτη ηρεμία και τα άνοιξε με έκπληξη στη νέα υπερθαύματη πραγματικότητα. Αυτήν που εξασφάλισε ο Θεός, με το αίμα του Υιού του για όσους τον Αγαπούν και μπορούν να κλαίνε και να μετανοούν, όταν προδίδουν την αγάπη του.
Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό, Αδελφότητας Θεολόγων ο “ΣΩΤΗΡ”.
Ημ/νία γραφής : 29/5/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


