ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΔΥΛΕΝΙΑ….. ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.
“Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ”
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
– Γιαγιά μου, έλα να καθίσουμε. Θέλω να μου πεις καμιά ιστορία. Αύριο φεύγω και θα μου λείψεις. Αυτή ήταν η απαίτηση της μικρής εγγονής Ελευθερίας μαθήτριας πλέον του Γυμνασίου, από τη γιαγιά της, την κυρά Ελευθερία, που τόσο αγαπούσε. Βρισκόταν για λίγες μέρες του καλοκαιριού στην όμορφη Καστοριά, κοντά στον παππού και την γιαγιά, και το τελευταίο βράδυ των διακοπών ήθελε ιστορία από τη γιαγιά της σαν μικρό παιδί.
– Σε λίγο θα έρθω, κόρη μου. Να συμμαζέψω εδώ και να σου πω ό,τι θέλεις… Σου χαλάω εγώ χατίρι; Δεν άργησε η γιαγιά να πάει κοντά της. Κάθισαν στο μπαλκόνι οι δύο τους και άρχισε να της διηγείται.
– Απόψε, Ελευθερία μου, θα σου πω μια αληθινή ιστορία, όπως η δική μου η γιαγιά μου την είχε διηγηθεί. Ήταν Οκτώβριος του 1904. Η Μακεδονία μας υπέφερε τόσο από τον Τουρκικό ζυγό, όσο και από την Βουλγαρική αγριότητα. Η Βουλγαρική προπαγάνδα χρησιμοποιούσε κάθε μέσο, κυρίως εκφοβισμούς και βία, αλλά και στεγνές δολοφονίες σε πολλές περιπτώσεις, με σκοπό τον εκβουλγαρισμό του πληθυσμού της Μακεδονίας. Τι πέρασαν τότε οι Έλληνες πρόγονοί μας από τους κομιτατζήδες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει. Πόσο αίμα χύθηκε…
Οκτώβριος μήνας και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο χειμώνας βλέπεις έρχεται γρήγορα στη Μακεδονία μας και τα τζάκια μας από νωρίς καίνε στα σπίτια μας. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στην αρχόντισσα πόλη της Μακεδονίας, την Καστοριά. Ο κόσμος φοβισμένος από τις επιθέσεις των κομιτατζήδων δεν έβγαινε εύκολα από το σπίτι. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Η μητέρα της γιαγιάς μου, η Αργυρώ, αφού σφάλισε τα παράθυρα και τις πόρτες καλά, έβαλε τα παιδιά της για ύπνο. Ψέλλισε έπειτα με ευλάβεια γονατιστή την προσευχή της και ξάπλωσε. Μα πριν την πάρει ο ύπνος, άκουσε ποδοβολητό αλόγου στην αυλή και μια φωνή :
– Αργυρώ, κυρα – Αργυρώ, άνοιξε, ο Δεσπότης είμαι, άνοιξε σε παρακαλώ.
Πετάχτηκε η Αργυρώ, πήρε στα χέρια της το λυχνάρι και κατευθύνθηκε στην εξώπορτα.
Πράγματι ήταν ο Δεσπότης της Καστοριάς, ο ηρωικός Γερμανός Καραβαγγέλης. Ο γενναίος και ατρόμητος Μητροπολίτης, ο μόνος που κυκλοφορούσε με το άλογό του μέσα στη νύχτα χωρίς να φοβάται, έχοντας εμπιστοσύνη στο Θεό. Την ήξερε καλά τη μητέρα της γιαγιάς μας. Το σπιτικό της ήταν κοντά στη Μητρόπολη κι εκείνη τον βοηθούσε σε κάθε του έργο μαζί με άλλες γυναίκες της γειτονιάς.
– Την ευχή σας, Δέσποτά μου και του φίλησε το χέρι. Τι συμβαίνει πάθαμε κάτι;
– Σε παρακαλώ, κυρα-Αργυρώ, σύρε φώναξε και τις άλλες γυναίκες χωρίς να σε καταλάβει κανείς κι ελάτε γρήγορα στον Ταξιάρχη. Μην αργείτε….
Τις τελευταίες λέξεις τις είπε ανεβασμένος στο άλογο κι εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι.
Χωρίς άλλη σκέψη η Αργυρώ έτρεξε στη γειτονιά. Χτύπησε τις πόρτες των σπιτιών των γυναικών της γειτονιάς που ήξερε και μαζεύτηκαν όλες στην αυλή της : η Μαρούσα, η Δέσποινα, η Σύρμω, η Πελαγία, με την αδελφή της Φωτεινή. Σαν τις Μυροφόρες περπάτησαν μέσα στη νύχτα με βήμα γοργό στα σοκάκια της Καστοριάς για το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών.
Έφθασαν στο βυζαντινό εκκλησάκι, έσυραν τη βαριά ξύλινη πόρτα. Μόνο το φως των καντηλιών έκαιγε και τα λιγοστά κεριά που είχε ανάψει ο Δεσπότης με δύο – τρεις άνδρες που είχε κοντά του. Στη μέση του Ναού είχαν ξαπλώσει ένα κουφάρι ανθρώπου σκοτωμένου. Πρόχειρα το είχαν σκεπάσει με ένα ρούχο μες στα αίματα. Βγήκε ο Δεσπότης από το Ιερό Βήμα, τις κοίταξε και είπε :
Γυναίκες, θέλω αυτό το λείψανο να το περιποιηθείτε. Είναι το λείψανο ενός παλικαριού, που έπεσε για τη Μακεδονία μας, πριν λίγες μέρες.
Νεκροστολίστε, τιμήστε το όπως του ταιριάζει και όπως εσείς ξέρετε τις προσευχές, δάκρυα και μοιρολόγια. Δεν μπόρεσε να πει τίποτα άλλο. Η φωνή του έσπασε και τα δάκρυα κύλησαν άφθονα στο πρόσωπό του. Τράβηξε το ρούχο που τον σκέπαζε και είδαν μέσα στη νύχτα μόνο το σώμα του ήρωα με τη στολή και τα τσαρούχια μέσα στα αίματα. Κεφάλι δεν υπήρχε, μα καμιά τους δεν τόλμησε να ρωτήσει, τίνος είναι ή από που είναι.
– Ετοιμάστε το και θα έρθω σε λίγο να τον κηδέψουμε, έδωσε εντολή και έφυγε βιαστικός με τους άνδρες που τον συνόδευαν.
Τότε έτρεξαν οι γυναίκες έφεραν νερό ζεστό, κρασί, πανιά, να πλύνουν το νεκρό σώμα, ρούχα καθαρά, υφασμένα από τα χέρια της Αργυρώς και φυλαγμένα στο σεντούκι της, αρώματα και λιγοστά λουλούδια από τις αυλές. Συγκλονιστική η ώρα, μοναδική η στιγμή.
Περιποιούνταν τον ήρωα και σκέφτονταν : Ποια μάνα θα τον κλάψει. Ποιο σπιτικό θα πενθήσει το νεαρό παλληκάρι που έσβησε τόσο γρήγορα; Και το κορμί, γιατί ακέφαλο; Μα καμιά τους δε μιλούσε. Η Αργυρώ σε μια στιγμή μονολόγησε :
– Δεν είναι το παλληκάρι από τα μέρη μας. Δεν είναι χωρικός δεν είναι αγρότης. Τα χέρια του είναι βελούδινα κονδυλένια. Γραμματιζούμενος είναι και μάλιστα από καλή γενιά. Αυτό δείχνουν τα λεπτά του χέρια.
Είναι το μόνο που μπόρεσε να πει η Αργυρώ, καθώς τη νίκησαν τα δάκρυα. Τακτοποίησαν το σώμα όσο καλύτερα μπορούσαν, άναψαν λιβανωτό, κάθισαν όλες γύρω του κι άρχισαν να τον μοιρολογούν. Εκείνη τη στιγμή ο νεκρός ήταν ο δικός τους άνθρωπος, το δικό τους παιδί, ο δικός τους μικρός αδελφός. Λίγο αργότερα ήρθε ο Δεσπότης και κάποιοι άλλοι πρόκριτοι της Καστοριάς να κηδέψουν τον ήρωα. Μα κάνεις δεν ήξερε ποιανού ήταν το νεκρό αυτό σώμα, ούτε ο Δεσπότης αποκάλυψε τίποτα. Στην Ακολουθία, όταν έπρεπε να πει το όνομα του νεκρού, το μουρμούρισε έτσι που να μην το ακούσει κανένας.
Έπειτα από καιρό έμαθαν, η Αργυρώ και οι άλλες γυναίκες, ότι αυτός ο άγνωστος νεκρός που περιποιήθηκαν εκείνο το βράδυ, ήταν ο ήρωας τους Παύλος Μελάς! Στις 13 Οκτωβρίου του 1904
προδόθηκε από τον αρχικομητατζή Μήτρο Βλάχο και τη συμμορία του. Στα 34 χρόνια του, χτυπημένος από τουρκικό βόλι, άφησε την τελευταία του πνοή στο χωριό Σιάτιστα (σήμερα λέγεται Μελάς) πολεμώντας για την ελευθερία της Ελληνικής μας Μακεδονίας.
Οι σύντροφοι του έκοψαν το κεφάλι του, για να μην αντιληφθούν οι εχθροί ποιον σκότωσαν και το έθαψαν στο Ναΐσκο της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι της Φλώρινας. Το σώμα του λίγες μέρες αργότερα παραδόθηκε από τις Οθωμανικής αρχές στον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό. Ναι, δεν έπρεπε τότε να μαθευτεί ότι σκοτώθηκε ο Αρχηγός Παύλος Μελας. Γι’ αυτό έγιναν όλα με απόλυτη μυστικότητα και με κάθε τιμή όπως τα οργάνωσε ο Δεσπότης τους, ο Γερμανός.
Έχουν περάσει 120 χρόνια από τότε, κόρη μου και δεν ξεχνιέται η θυσία αυτού του μεγάλου ήρωα. Εδώ στη Μακεδονία ζούμε ακόμη με την μορφή του. Στα τραγούδια μας, στους θρύλους και τις ιστορίες μας, σε κάθε μάζωξή μας ξεκινούμε ψάλλοντας τον θρήνο ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ. Συγκινήθηκε η γιαγιά Ελευθερία. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπο της, ενώ τα χείλη της σιγομουρμούριζαν το γνωστό μοιρολόι;
“Σε κλαίει λαός / Πάντα χλωρό να σιέται το χορτάρι / στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ώ παλικάρι…”
Ημ/νία γραφής : 10/9/2025
Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό “Ο Σωτήρ”.
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


