ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
” Νίκησε η αναστάσιμη λαμπάδα”
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
Το μικρό χωριό, με τις κατακόκκινες στέγες και τις ολάνθιστες αυλές, μοιάζει ζωγραφιά, καθώς απλώνεται ήσυχο, στο καταπράσινο κάμπο της Πελοποννήσου. Στα ανατολικά του ένας κατάφυτος λόφος από πεύκα και λιγοστά Κυπαρισσία, με το ολόλευκο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία στην κορυφή του, εποπτεύει την περιοχή.
Στις άλλες πλευρές του χωριού κατάφυτες εκτάσεις από ελαιόδεντρα, εσπεριδοειδή, καρποφόρα δένδρα, χωράφια με σπαρτά και ανάμεσά τους μεγάλες, μακρόστενες σειρές με θερμοκήπια.
Νότια, ένας ξεχωριστός χώρος με φωτοβολταϊκά, περιφραγμένος, περιποιημένος, φαίνεται σαν ξένος, μέσα στο Βασίλειο της φύσης, με την πλούσια βλάστηση.
Είναι η επιχείρηση του Αργύρη, που έχει σπουδάσει το αντικείμενο, και είναι το κύριο εισόδημα για την οικογένειά του.
Ξαφνικά, από τις παρυφές του λόφου εμφανίζεται πυκνός καπνός. Οι χωρικοί αναστατώνονται, ειδοποιούν αμέσως τις αρμόδιες υπηρεσίες, και εκείνες ανταποκρίνεται γρήγορα, διότι βρίσκονται κοντά στη πόλη. Ο κίνδυνος καταστροφής από την πυρκαγιά είναι ορατός. Ο άνεμος δυναμώνει. Οι φλόγες υψώνονται απειλητικές και λαίμαργες και στο διάβα τους κατακαίουν τα πάντα. Μεγάλη συμφορά προμηνύεται.
Η Ευφροσύνη, η σύζυγος του Αργύρη ευσεβέστα τη γυναίκα, τηλεφωνεί βιαστικά στον Πνευματικό της, ηγούμενο στο Μοναστήρι της Παναγίας, στη μέση του βουνού που υψώνεται πάνω από το χωριό τους, ο οποίος καθοδηγεί και στηρίζει πάντοτε φωτισμένα και πατρικά την οικογένειά τους.
– Πάτερ μου, ευλογείτε. Σώστε μας! Καιγόμαστε! Η φωτιά προχωρεί προς την επιχείρηση μας. Θα καταστραφούμε. Ο άνδρας μου είναι έξαλλος! Ανησυχώ… Πάτερ μου, κάντε κάτι, σας παρακαλώ!
– Τι να κάνω, ευλογημένη, από εδώ μακριά που βρίσκουμε; Μόνο να προσευχηθώ στην Παναγία μας μπορώ…
– Εσείς ξέρετε, Πάτερ μου. Βοηθήστε μας. Θα καταστραφούμε κι εμείς και οι συγχωριανοί μας!
– Άκου, Ευροσύνη. Πάρε τον αγιασμό, το λιβανιστήρι, λαμπάδα, που σας έχω πει να φιλάτε στο σπίτι, και τρέξτε στην επιχείρησή σας. Τρία μέτρα από το συρματόσχοινο ρίξτε αγιασμό, λιβάνιζε και σταύρωνε με την αναμμένη αναστάσιμη λαμπάδα, λέγοντας δυνατά με πολύ πίστη : “Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδας” και το “Χριστός Ανέστη”, τρεις φορές και πάλι τρεις… σ’ όλο το χωράφι. Η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι η μεγαλύτερη δύναμή μας…! Κάντο γρήγορα και μη φοβάσαι. Έχει ο Θεός!
Η Ευφροσύνη υπακούοντας στον πνευματικό της, τρέχει με τον άνδρα της και το αγροτικό τους αυτοκίνητο γρήγορα στη περιοχή να προλάβουν το κακό. Αφού πραγματοποίησαν την πνευματική συμβουλή με ακρίβεια, λαχανιασμένοι, φεύγουν για το χώρο ασφαλείας που τους υπέδειξαν οι πυροσβέστες.
Από κει κλαίγοντας, παρακολουθούν την πύρινη λαίλαπα, που αφανίζει κάθε ίχνος ζωής.
Τώρα που φτάνουν στην επιχείρησή τους αγκαλιάζονται και κλείνουν τα μάτια τους. Η αγωνία δεν ελέγχεται… Με κομμένη την ανάσα προσεύχονται “Κύριε, βοήθησέ μας, σώσε μας, κάνε το θαύμα σου… Μπορείς…! Αν θέλεις Εσύ!”
Σε λίγο ο σύζυγος σηκώνει το κεφάλι του, ανοίγει τα μάτια του … και τι να δει;
– Θεέ μου, θαύμα, θαύμα! φωνάζει και ταρακουνάει τη σύζυγό του… Σ’ ευχαριστώ, Κύριε! Σ’ ευχαριστώ!
Η γυναίκα του κλαίει με αναφιλητά, αδύναμη να μιλήσει. Μόνο σταυροκοπιέται σαν αφηρημένη…! Τι είχε γίνει; Όλα τα κτήματα γύρω από το δικό τους σε μεγάλη έκταση στάχτη. Το δικό τους ανέγγιχτο!
Δεν το χωράει ο νους τους! Έμειναν αποσβολωμένοι και παρατηρούσαν το νεκρό τοπίο.
Γύρω ο θάνατος και στη μέση υψωμένα τα φωτοβολταϊκά τους, ενώ η φωτιά απομακρυνόταν προς το ποτάμι, εκεί που αργότερα κατόρθωσαν να τη δαμάσουν…
– Εσείς φανήκανε τυχεροί, τους έλεγαν οι άλλοι, κι εκείνοι ντρέπονταν μέσα στην ευλογία τους!
– Ναι, Δόξα τω Θεώ, αλλά θα βοηθήσουμε. Ένας έχει ,όλοι έχουμε! Ευτυχώς που σώθηκαν οι καλλιέργειες στα ανατολικά και τα βόρεια του χωριού, σώθηκε ο λόφος και κυρίως το χωριό μας. Όλα με υπομονή θα ξαναγίνουν… Έχει ο Θεός για όλους… Θα βοηθήσουμε κι εμείς όσο μπορούμε. Θα συμπαρασταθούμε με κάθε τρόπο, επαναλάμβαναν και οι δύο μαζί.
Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό της Ευφροσύνης. Το σηκώνει ξαφνικά.
– Έλα, Ευφροσύνη, τι γίνεται εκεί πέρα παιδί μου. Δεν με ενημέρωσες και ανησυχώ για σας.
– Αχ, πάτερ μου, μας συγχωρείτε. Μέσα στην αναστάτωση δεν προλάβαμε να σας τηλεφωνήσουμε… Θαύμα, Πάτερ μου, ολοφάνερο θαύμα! Όλη η δυτική πλευρά του χωριού μας έγινε κρανίου τόπος. Μόνο το δικό μας κτήμα παρέμεινε ανέγγιχτο. Δοξασμένος ο Κύριος! Σας ευχαριστούμε για τη συμβουλή και τις προσευχές σας.
Χαιρόμαστε, αλλά και πονάμε πολύ για τους καλούς μας τους συγχωριανούς που έπαθαν τρομερή ζημιά…
Προβληματίστηκαν που έβλεπαν στα χέρια μου τον αγιασμό, το λιβανιστήρι, και τη λαμπάδα της Αναστάσεως, όπλα που δίνει η Εκκλησία μας. Και τώρα θαυμάζουν για το εκπληκτικό αποτέλεσμα.
– Να δοξάζετε τον Θεό, κόρη μου. Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η δύναμη που νικάει κάθε κακό
και χαρίζει σπουδαία και μοναδική δύναμη κι ευλογία στη ζωή σας.
– Την ευχή σας, Πάτερ μου. Σας ευχαριστούμε θερμά για τη βοήθεια και συμπαράστασή σας…
Οι χωρικοί γύρω από την Ευφροσύνη άκουγαν την τηλεφωνική συζήτηση, και δεν χωρούσε το μυαλό τους πως μια μικρή φλογίτσα της αναστάσιμης λαμπάδας αναμετρήθηκε με την πανίσχυρη πυρκαγιά και τη νίκησε, την απομάκρυνε από την περιουσία του Αργύρη και της Ευφροσύνης. Και θαυμάζοντάς τους για την μεγάλη πίστη τους, σταυροκοπιόντουσαν συνέχεια.
Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό, Αδελφότητος Θεολόγων “Ο ΣΩΤΗΡ”.
Ημ/νία γραφής : 16/6/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


