Η ΘΕΡΜΟΜΕΤΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΜΟΜΕΤΡΟ
Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών. Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων
Το ανθρώπινο σώμα έχει μια σταθερή πάντοτε θερμοκρασία, όταν βρίσκεται σε φυσιολογική κατάσταση. Η θερμοκρασία αυτή όταν μετρηθεί στη μασχάλη και με το θερμόμετρο Κελσίου, το οποίο είναι το κοινό θερμόμετρο που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα, κυμαίνεται “παίζει” ανάμεσα στους 36,4 – 36,8 βαθμούς.
Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι απόλυτοι. Υπάρχουν άτομα που η φυσική τους θερμοκρασία είναι σταθερά 36,3ο βαθμοί και άλλα που έχουν πάντοτε 36,9ο ή και 37ο χωρίς αυτό να σημαίνει παθολογική κατάσταση ή αρρώστια. Τα άτομα όμως αυτά αποτελούν εξαίρεση. Ο κανόνας είναι 36,4ο – 36,8ο.
Αυτή η θερμοκρασία που είναι η θερμοκρασία των υγιών λέγεται φυσιολογική. Το μεγαλύτερο σημείο της είναι κατά τις 5-8 το απόγευμα, κατά την περίοδο δηλαδή της πέψης των τροφών, ενώ τη νύχτα κατά τις 2-4 το πρωί η θερμοκρασία του σώματος ευρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο (36,4ο – 36,5ο). Οι διακυμάνσεις αυτές οφείλονται στις καύσεις όπως λέμε του οργανισμού.
Όταν οι καύσεις αυτές είναι πιο έντονες (ημέρα, κίνηση, χώνεψη, τρέξιμο, συγκίνηση κ.λ.π.) η φυσιολογική θερμοκρασία ανεβαίνει ψηλότερα, ενώ όταν οι καύσεις είναι λίγες (νύχτα ξάπλωμα, νηστεία κ.λ.π. τότε κατεβαίνει στα χαμηλότερα σημεία της.
* Όταν η θερμοκρασία του σώματος ανέβει παραπάνω από το 36,9ο ή 37ο τότε αυτό είναι σημείο αρρώστιας, σημείο πως κάτι συμβαίνει, πως κάτι δεν πάει καλά στον οργανισμό. Βέβαια υπάρχουν και πάρα πολλές αρρώστιες που δεν κάνουν καμία μεταβολή στη θερμοκρασία και επομένως η διατήρησης της εις το φυσιολογικό, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι κανείς υγιής. Όμως οπωσδήποτε η ανύψωσή της σημαίνει αρρώστια, βλάβη, και γι’ αυτό η μέτρησή της έχει σπουδαία σημασία για την παρακολούθηση της υγείας και για την εκτίμηση της πορείας μιας αρρώστιας.
Η ανύψωση της θερμοκρασίας πάνω από το 37ο, λέγεται πυρετός και κατά κανόνα το ύψος του πυρετού, αποτελεί σοβαρό σημάδι για την πορεία της αρρώστιας. Από τα λίγα αυτά καταλαβαίνουμε πόσο σπουδαίο είναι, να μπορούμε να παίρνουμε με ακρίβεια και να παρακολουθούμε τη θερμοκρασία, τον πυρετό ενός αρρώστου.
Παραδέχομαι ασφαλώς κι’ εγώ μαζί με σας, πως αυτό δεν είναι κανένα σπουδαίο πράγμα, όμως κι’ εσείς πρέπει να παραδεχτείτε πως υπάρχουν αρκετοί ανάμεσά μας, που δεν τα καταφέρνουν να πάρουν καλά τη θερμοκρασία ενός άλλου ή και του εαυτού τους κι’ ακόμη περισσότερο που δεν ξέρουν να κάνουν ένα θερμομετρικό διάγραμμα. Γι’ αυτό ας δούμε μερικά στοιχειώδη και χρήσιμα πράγματα για το θερμόμετρο και για το πως παίρνουμε τη Θερμοκρασία.
Το θερμόμετρο το ξέρουμε όλοι. Αυτό που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα έχει ορισμένους βαθμούς από το 33 έως το 42 ή 43. Κάτω από το 35 και πάνω από 42 βία 42,5 δεν υπάρχει στο ζωντανό άνθρωπο. Σε άλλες χώρες χρησιμοποιείται το θερμόμετρο Φαρενάϊτ, το οποίο δείχνει από 95 ως 107,5 βαθμούς. Οι 95 Φ αντιστοιχούν στους 35 βαθμούς Κ. και οι 107,5 Φ στους 42 Κελσίου.
Ένα θερμόμετρο είναι απαραίτητο σε κάθε οικογένεια. Όχι βέβαια για να θερμομετριόμαστε κάθε μέρα και να γίνουμε νευρασθενικοί, μα για να είμαστε σε θέση να παρακολουθούμε όποτε χρειαστεί την κατάσταση της θερμοκρασίας μας ή την πορεία του πυρετού μας, όταν τύχη να αρρωστήσουμε.
Το θερμόμετρό μας δεν έχει σημασία αν είναι πλατύ και μεγάλο ή μικρό και κυλινδρικό ή πεισματικό. Αρκεί να είναι ακριβές και να μην είναι πολύ παλιό, γιατί τα θερμόμετρα παλιώνουν. Κάθε δύο τρία χρόνια πρέπει να ανανεώνουμε το θερμόμετρό μας.
Πάντοτε δε όταν έχουμε ενδόμυχα μια δυσπιστία, όταν δηλαδή βλέπουμε ότι έχουμε συνεχώς δέκατα, ενώ εμείς αισθανόμαστε καλά, πρέπει να ελέγχουμε το θερμόμετρό μας.
Τα μεγάλα και πλατιά θερμόμετρα τα λέει συνήθως ο κόσμος θερμόμετρα του δεκαλέπτου, ενώ τα άλλα τα μικρούτσικα τα λέει του λεπτού. Αυτή η διάκριση έχει βέβαια μια πραγματική βάση. Τα μεγάλα για να πάρουν την θερμοκρασία πρέπει να μείνουν στη μασχάλη, το λιγότερο πέντε λεπτά, ενώ τα μικρά αρκεί συνήθως ένα λεπτό. Το καλύτερο και το πιο σίγουρο είναι 7′ για τα μεγάλα και 3′ για τα μικρά. Το θερμόμετρα έπειτα από κάθε χρήση πρέπει να καθαρίζεται με οινόπνευμα, αν δεν έχουμε άρρωστο με απομολυσματικό νόσημα (Οστρακιά, τύφο, π.χ.) με διάλυση σουμπλιμέ 10%.
Η θερμομέτρηση γίνεται με την τοποθέτηση του θερμομέτρου στη μασχάλη, στο στόμα, ή στο ορθό. Ο συνηθισμένος τόπος για τους μεγάλους είναι η μασχάλη, και για τα παιδιά το ορθόν επειδή συγκρατείται σταθερά και ευκολότερα. Στα παιδιά τοποθετείτε επίσης στη διαχωριστική γραμμή μηρού και κοιλιάς.
Κυρίως πρέπει να προσέχουμε τα εξής σημεία :
- Να ρίχνουμε το θερμόμετρο καλά πριν το βάλουμε, 2. Να ελευθερώνουμε τη μασχάλη από τα ρούχα και να σκουπίζουμε με ένα ξερό πανί τον ιδρώτα, 3. Να βάζουμε ορθά και όχι ανάποδα, το θερμόμετρο, ούτε στη μέση. Στην κοιλότητα δηλ. της μασχάλης, να είναι το κάτω, το μυτερό μέρος με τον υδράργυρο και όχι το πάνω μέρος ή η μέση, και η μύτη να προεξέχει έξω από την κοιλότητα, 4. Να κρατάμε καλά το μπράτσο του αρρώστου πάνω στη μασχάλη του άμα ο ίδιος από ερεθισμό, ή “βύθισμα” ένεκα του πυρετού, δεν μπορεί να το κρατήσει με το αριστερό του χέρι και το θερμόμετρο επομένως κινδυνεύει να πέσει.
Η θερμομέτρηση στο στόμα, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία βέβαια. Χρειάζεται καλή απολύμανση του θερμομέτρου φυσικά πριν τοποθετηθεί και η αναπνοή του αρρώστου να γίνεται από τη μύτη, αφού το στόμα κλείνει ερμητικά. Και στην περίπτωση αυτή το θερμόμετρο μένει 3-5′ λεπτά.
Η θερμομέτρηση στο ορθό είναι και ταχύτερη και ασφαλέστερη γιατί η κοιλότητα του εντέρου κλείνει αυτομάτως. Σ’ αυτήν πρέπει να προσέχουμε τα εξής : 1) Να βάζουμε τον άρρωστο πλάγια όπως και στο κλύσμα. 2) Να αλείφουμε την μύτη του θερμομέτρου με βαζελίνη 3) Να το αφήνουμε 3-5′ της ώρας 4) Να το καθαρίζουμε καλά στο τέλος.
Πηγή : Βιβλίο, “Ο Γιατρός της Οικογένειας” Συγ. Ν.Ι.ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.
Ημ/νία γραφής : 28/7/2025
Με εκτίμηση
Δημήτριος Μητρόπουλος


