ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑΣ

Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος  Αντ/γος ε.α.

Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών.

Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως η εποχή των εικόνων, της διαφήμισης και της προβολής.

Ο άνθρωπος δίνει μεγάλη σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση.

Νοιώθει έντονη την ανάγκη για καταξίωση.

Ο καθένας στο χώρο που βρίσκεται, στην οικογένεια, στους φίλους, στην εργασία, προσπαθεί να προβάλλει τον εαυτό του, να δείχνει επιτυχημένος.

Κυριαρχεί «το φαίνεσθαι» έναντι «του είναι».

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι εύλογο να κυριαρχεί το πάθος της Κενοδοξίας.

Κενοδοξία είναι η επιθυμία για επίδειξη, για φανέρωση των προσόντων και των καλών πράξεων, με σκοπό την απόκτηση φήμης και θαυμασμού.

Κενοδοξία είναι η σκέψη ότι είμαστε σπουδαίοι.

Ο κενόδοξος επιθυμεί να δείχνει ότι είναι κάποιος ή ότι αυτός ξέρει, ότι έχει δίκιο.

Το πάθος αυτό κοινωνικά ονομάζεται ανθρωποαρέσκεια και πνευματικά κενοδοξία.

Έτσι, στον κόσμο, ο κάθε άνθρωπος φαντασιώνεται για τον εαυτό του μεγάλα πράγματα, υψηλές θέσεις, και ανώτερες πνευματικές καταστάσεις.

Ονειρεύεται χρήματα, δόξα, επιτυχίες επαγγελματικές και κοινωνική καταξίωση.

Προσπαθεί να είναι τέτοιος, ώστε να αρέσει στους άλλους ανθρώπους. Δεν ζει με γνώμονα το τι αρέσει στο Θεό και τι τον ωφελεί πνευματικά, αλλά το κριτήριο του είναι τι αρέσει στον κόσμο. Και αυτό είναι η χειρότερη μορφή σκλαβιάς.

Η κενοδοξία αχρηστεύει την ύπαρξή μας. Δεν βοηθάει τον άνθρωπο να δει τα πάθη του, να καταλάβει τι συμβαίνει μέσα του και να οδηγηθεί στην αυτογνωσία.

Η κενοδοξία μας κάνει να κατακρίνουμε και να θεωρούμε τους άλλους κατώτερους από εμάς και αυτό θα μας οδηγήσει σίγουρα σε πτώση.

Ο κενόδοξος άνθρωπος, δεν έχει μέσα του ειρήνη, γι’ αυτό εύκολα θυμώνει. Η καρδιά του είναι σκληρή προς τον πλησίον.

Λέγεται κενοδοξία, γιατί όπως ένα παιδάκι καμαρώνει για καινούργια παπούτσια ή ρούχα.

Είναι πάθος δυσδιάκριτο. Δεν μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι διακατέχεται από την κενοδοξία. Ακόμα και στα απλά πράγματα, σε μια σκέψη, σε μια απλή πράξη, κρύβεται η κενοδοξία. Στο βάδισμα, στο χτένισμα, στην ομιλία, στη νηστεία, στην ελεημοσύνη.

Ο ματαιόδοξος καυχάται ακόμη για φυσικά χαρίσματά του, όπως ομορφιά, φωνή, παράστημα, μυώδες, αλλά και ρούχα, κοσμήματα και άλλα.

Κενοδοξία δηλώνει ακόμη, η επίδειξη νοητικών αρετών (ευφυΐα, μνήμη, γνώση).

Η κενοδοξία οδηγεί τον άνθρωπο σε έπαρση, ναρκισσισμό και επιθυμία επίτευξης κοινωνικής ανέλιξης. Η κενοδοξία δηλώνει ακόμη, η επίδειξη νοητικών αρετών. Το δεύτερο είδος στάδιο της κενοδοξίας τροφοδοτείται από επιθυμία φήμης και για πνευματικά και «κρυμμένα» αγαθά.

Ο ματαιόδοξος αυτοκαυχάται ή περιγράφει αρετές ή αγώνες, έχοντας σκοπό θαυμασμό και επαίνους.

Η κενοδοξία μπορεί να καταλαμβάνει μόνη της, τη θέση όλων των υπολοίπων παθών, διαθέτοντας ασυνήθιστη δύναμη, ενώ καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη η εντόπιση και καταπολέμησή της.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις νικάει κανείς την κενοδοξία  όταν, ενώ κάποιος τον περιγελάει, αυτός τον συγχωρεί και τον αγαπάει.

Αυτό που ευλογεί την ψυχή πνευματικά και την οδηγεί στο δρόμο της αλήθειας, δεν είναι οι τιμές και οι δόξες, ούτε οι ύβρεις και οι κατηγορίες.

Αυτός που μας στενοχωρεί και μας πληγώνει, είναι ο γιατρός της ψυχής μας, γιατί μας βοηθάει να ταπεινωθούμε.

Μεγάλη πληγή στον άνθρωπο η κενοδοξία. Χρειάζεται αγώνας για να γλυτώσουμε από αυτή.

Εμείς να έχουμε ως στόχο της ζωής μας, όχι την επίγεια δόξα, αλλά την επουράνια.

Τότε μόνο η ζωή μας δεν θα είναι κενή.

Με εκτίμηση

Δημήτριος Μητρόπουλος