Ο ΜΠΑΡΜΠΑ – ΝΙΚΟΣ Ο ΑΝΑΠΗΡΟΣ

(Αληθινή Ιστορία)

Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος  Αντ/γος ε.α.

Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών.

Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.

Από μικρά παιδιά μεγαλώνουμε με παραμύθια και ιστορίες, που μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους, όμορφους, ιδεατούς.

Μας προβάλλουν ήρωες και τα κατορθώματα τους, για να τα μιμηθούμε.

Αλλά καμία φορά η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία και οι ιστορίες, που έχει να μας διηγηθεί, είναι απίστευτες.

Γεννήθηκε το 1930 σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης. Εκεί ζούσε με τους γονείς και τα αδέλφια του.

Ήταν ένα καλό και ευγενικό παιδί, που όμως από πολύ μικρό… βρήκε μπροστά του τα δύσκολα.

Προσβλήθηκε από μία παιδική ασθένεια, την οποία μπόρεσε να ξεπεράσει, αλλά του άφησε παραλυσία στα πόδια.

Και κάπως έτσι ξεκινάει η παιδική ζωή του. Στο σχολείο λόγω της καταστάσεως του, δεν μπόρεσε να πάει. Ωστόσο γράμματα έμαθε! Πώς;

Παρακολουθούσε με προσοχή τα αδέλφια του, όταν άνοιγαν τα βιβλία για να μελετήσουν. Ήταν έξυπνο παιδί κι ο πόνος το έκανε εξυπνότερο.

Ήταν τέτοια η παραλυσία του, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, ούτε με πατερίτσες.

Σχεδόν σερνόμενος στο χώμα προχωρούσε… αλλά προχωρούσε.

Το εκπληκτικό στον άνθρωπο αυτό, ήταν η εργατικότητά του.

Δύο δενδροφυτείες είχε δικές του και μαζί έμαθε την τέχνη του Τσαγκάρη.

Στο τσαγκαράδικο του έμενε, ώρες ατελείωτες καθισμένος, κατασκευάζοντας παπούτσια και βγάζοντας, τα προς το ζην.

Η φτώχεια εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη, κι οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να πληρώσουν.

Μα, όλοι χωρούσαν στην μεγάλη καρδιά του κυρ-Νίκου. Με γενναιοδωρία έλεγε σε κάθε πελάτη, που δεν μπορούσε να πληρώσει;

— Έλα να πάρουμε τα μέτρα και όταν έχεις χρήματα, μου τα φέρνεις. Αλλιώς δεν πειράζει. Να τρέχεις και να με θυμάσαι…

Μια που του έδωσε ο Θεός τόση δύναμη στα χέρια και μπορούσε να εργαστεί, να συντηρήσει τον εαυτό του και όχι μόνο, αποφάσισε να παντρευτεί.

Διάλεξε μια κοπέλα που είχε κάποια αναπηρία στα πόδια, για να μη παραπονιέται εκείνη, με τις δικές του δυσκολίες στην μετακίνηση.

Ποτέ δεν γόγγισε, ποτέ δεν τα έβαλε με τον Θεό, ακόμα κι όταν οι άλλοι στην κουβέντα τον προκαλούσαν.

— Ξέρει ο μαστρό-Θεός τι χρειαζόμαστε, συνήθιζε να λέει. Όπως εγώ φτιάχνω παπούτσια, με την ίδια ευκολία φτιάχνει εκείνος, τα χέρια και τα πόδια του ανθρώπου. Εμένα αυτά μου έδωσε, πόδια αδύναμα, αλλά χέρια δυνατά. Δόξα τω Θεώ.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εντελώς παράλυτος, καθηλωμένος στο κρεβάτι, προσπαθούσε να στηρίξει, παρά να ζητά παρηγοριά, να ενδυναμώνει, παρά να ζητά βοήθεια.

Ήρεμος, υπομονετικός, ατάραχος δέχτηκε την δοκιμασία της απόλυτης ακινησίας χωρίς απαιτήσεις και γκρίνιες. Μόνο με χαμόγελα και καρτερία.

Στην εξόδιο Ακολουθία, όλοι έγνεψαν καταφατικά, όταν ο ιερέας, χαιρετώντας του είπε :

— Τώρα, κυρ-Νίκο, θα τρέχεις μέσα στον παράδεισο…

Κι άλλοι μονολογούσαν :

— Τέρμα η αναπηρία. Τώρα θα σταθείς στο ύψος σου, μπάρμπα Νίκο.

Όσοι τον γνώρισαν θα τον θυμούνται, για το χαμόγελο και την ιώβεια υπομονή του.

Θα θυμούνται έναν άνθρωπο, που σήκωσε τον βαρύ του σταυρό, αγόγιστα και παραδειγματικά.

Κι έφτασε στη δική του Ανάσταση, αφήνοντας μάθημα δυνατό σε όλους εμάς, που έχουμε δύο πόδια γερά και πότε δεν μας πέρασε από το νου, να ευχαριστήσουμε γι’ αυτά τον Θεό, που μας τα χάρισε.

Πηγή : Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό, «ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ».

Με εκτίμηση

Δημήτριος Μητρόπουλος