Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος  Αντ/γος ε.α.

Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών.

Συγγραφέας. Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.

Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, είναι η επιστήμη που μελετά τα χαρακτηριστικά, τους λόγους και τις αιτίες του εγκληματικού φαινομένου.

Η αποστολή της είναι να οικοδομήσει, πέρα από τις σύντομες ειδήσεις, μια γνώση πάνω στο έγκλημα πιο πλήρη, πιο ισορροπημένη και πιο επακριβή. Η προς αυτήν εντολή είναι να περιγράψει, να ταξινομήσει και να επεξηγήσει από τι απαρτίζεται το εγκληματικό φαινόμενο.

Τον τελευταίο καιρό το έγκλημα εγκαθίσταται στέρεα, στο τομέα της εγκληματολογίας και καθίσταται η συνδετική της έννοια.

Το ΕΓΚΛΗΜΑ, είναι η παράβαση που υπόκειται σε μια ποινική τιμωρία. Πρώτα απ’ όλα όμως αποτελεί το συμβάν που προκύπτει από τις αποφάσεις που έλαβεν ο εγκληματίας, το θύμα του και μερικές φορές και τρίτοι. Όμως, ακόμα κι αν το έγκλημα αποτελεί το κέντρο, δεν μπορεί να κατανοηθεί αν κανείς δεν λάβει υπόψη του όλο το πλαίσιο.

Με αυτό τον τρόπο, η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, καλύπτει οτιδήποτε αναφέρεται στο έγκλημα. Συντελεί στη συνάντηση του εγκληματία, του θύματος, του εγκληματικού περιβάλλοντος, των κοινωνικών ελέγχων και των επεξηγηματικών παραγόντων, σε ένα μόνον και το αυτό σημείο : στο έγκλημα.

Κάθε ένας από τους παράγοντες αυτούς, διαθέτει τη δική του δυναμική, όντας ταυτόχρονα συνδεδεμένος με τους άλλους με σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης.

Αυτό σημαίνει, ότι το ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ αποτελεί ένα σύστημα : ένα οργανωμένο σύνολο αλληλεξαρτώμενων στοιχείων.

Αυτό μας οδηγεί στην διατύπωση της υπόθεσης, η οποία θα παράσχει στον αναγνώστη τον μίτο της Αριάδνης. Το εγκληματικό φαινόμενο έχει αυξηθεί, από τις αποφάσεις και τις δράσεις των εγκληματιών, των θυμάτων και των επιφορτισμένων με τον κοινωνικό έλεγχο λειτουργοί.

Οι τρεις αυτές κατηγορίες φορέων δράσης, έχουν τους λόγους τους και επηρεάζονται αμοιβαία.

Πραγματικά, τα θύματα και οι επιφορτισμένοι με τον κοινωνικό έλεγχο λειτουργοί αντιδρούν και προσαρμόζονται στη εγκληματικότητα : θίγονται από αυτήν.

Μία επίθεση θα ωθήσει το θύμα να αμυνθεί ή να το σκάσει, συχνά το θύμα θα καλέσει την αστυνομία. Μια προσβολή με χρήση βόμβας ενεργοποιεί μια αστυνομική κινητοποίηση. Αντίθετα οι μικρές κλοπές προκαλούν ολοένα και μικρότερες αντιδράσεις των δημοσίων αρχών. Είναι η κοινωνία των πολιτών που ολοένα και περισσότερο ξαναπαίρνει την πρωτοβουλία.

Έτσι, η αύξηση των κλοπών αντικειμένων που είναι εκτεθειμένα στα ράφια των καταστημάτων, ώθησε τους καταστηματάρχες να καλέσουν τα πρακτορεία που παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης.

Όταν οι τράπεζες εγκατέστησαν ισχυρούς μηχανισμούς προστασίας στα καταστήματά τους, η συχνότητα των εναντίον τους ένοπλων ληστειών (hold- up) μειώθηκε.

Στα αεροδρόμια η χρήση ανιχνευτών μετάλλων και η εξέταση των αποσκευών με ακτίνες Χ περιόρισαν πολύ αποτελεσματικά την πιθανότητα της αεροπειρατείας.

Έχει επιβεβαιωθεί κατά τρόπο διαρκή ότι οι προδιαθέσεις είναι πιό ισχυρές στους άνδρες παρά στις γυναίκες , στην ηλικία ανάμεσα στα 15 και τα 25 χρόνια παρά στις άλλες ηλικίες, στους ανύπαντρους παρά στους παντρεμένους, στους κατοίκους των μεγάλων πόλεων παρά στους χωρικούς, στους μαθητές που απεχθάνονται το σχολείο και συσσωρεύουν αποτυχίες σ’ αυτό, παρά στους μαθητές που είναι δυνατοί στα θέματα του σχολείου, στους νέους που διατηρούν κακές σχέσεις και έχουν αμελείς γονείς, παρά στους εφήβους που είναι αφοσιωμένοι σε προσεκτικούς γονείς.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι κοινωνικοί έλεγχοι του εγκλήματος νοούνται με την ευρεία έννοια, για να περιλάβουν το σύνολο των ιδιωτικών και δημοσίων ενεργειών που προορισμός τους είναι, να κρατούν την εγκληματικότητα σε κατάσταση αποτυχίας.

Γνωρίζουμε, ότι οι κοινωνικοί αυτοί έλεγχοι δίνουν λαβή σε μια δραστηριότητα που εμφανίζεται για πρώτη φορά.

Οι πολίτες προστατεύουν τους εαυτούς τους έναντι της κλοπής και των επιθέσεων κλειδομανταλώνοντας τις πόρτες τους, προμηθευόμενοι ένα σκύλο φύλακα, καταθέτοντας τα χρήματα τους στις τράπεζες. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί επιπλήττουν και τιμωρούν τους μικρούς κλέφτες και τους καυγατζήδες. Οι εταιρείες ασφαλείας (security) οργανώνουν την φύλαξη των εμπορικών, βιομηχανικών και χρηματιστηριακών χώρων. Οι αστυνομικοί, οι δικαστές και το σωφρονιστικό προσωπικό συμβάλλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην καταστολή του εγκλήματος.

Είναι αδύνατο να αγνοήσουμε όλους τους φορείς δράσης, οι οποίοι, λίγο – πολύ, συντελούν στην πρόληψη ή την καταστολή του εγκλήματος.

Για την καλύτερη μελέτη των εγκλημάτων, ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ κατατάσσονται, σε τρεις κατηγορίες :

Συγκρουσιακές βίαιες συμπεριφορές, κλοπές, και παράνομες διακινήσεις ναρκωτικών. Οι κατηγορίες αυτές παρουσιάζουν το πλεονέκτημα να περιλαμβάνουν τη μέγιστη πλειοψηφία των εγκλημάτων, που έχουν καταγραφεί στις σύγχρονες εγκληματικές στατιστικές.

Στις συγκρουσιακές συμπεριφορές συμπεριλαμβάνονται οι χειροδικίες, η άσκηση σωματικής βίας καθώς και οι διαπραχθέντες φόνοι, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ αντιπάλων που γνωρίζονται.

Η κατηγορία “κλοπές” περιλαμβάνουν τις απλές μικροκλοπές, επίσης όμως και τις διαρρήξεις, τις κλοπές αυτοκινήτων και τις ένοπλες ληστείες (hold – up), εν συντομία όλα τα μέσα ιδιοποίησης που εκμεταλλεύονται το γεγονός της απουσίας, της απροσεξίας ή της ευάλωτης κατάστασης του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο επιδιωκόμενος από τον κλέφτη σκοπός δεν είναι να βλάψει το θύμα του, αλλά να οικειοποιηθεί το αγαθό του.

Οι παράνομες διακινήσεις ναρκωτικών πηγάζουν από διαφορετικά κίνητρα, ανάλογα με το αν κάποιος είναι πωλητής ή καταναλωτής. Αυτός ο τελευταίος αναζητά τα ψυχοενεργά αποτελέσματα της ουσίας, ενώ ο πρώτος θέλει να πραγματοποιήσει ένα κέρδος. Η δυναμική που διέπει την εξέλιξη αυτής της εγκληματικότητας σχετίζεται με τους νόμους της αγοράς. Οι παράνομες διακινήσεις ναρκωτικών – εγκλήματα χωρίς θύματα – ενώνει αγοραστές και πωλητές σε μια εμπορική συναλλαγή που διακρίνεται από τους δύο άλλους τύπους εγκλημάτων λόγω της αμοιβαίας συναίνεσης.

 Βιβλιογραφία:

Σύγχρονη Εγκληματολογία. maurice Cusson Μετάφραση (Ηρώ Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη.)

Σας ευχαριστώ.

Δημήτριος Μητρόπουλος.