ΓΙΑ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΕΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ

Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος  Αντ/γος ε.α.

Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών

 

[Μία άλλη “ανάγνωση” του Πρεσβύτερου

υιού της Παραβολής του ασώτου]

Του το ξεκαθάρισαν εξαρχής :

– Για να στεριώσεις στη δουλειά πρέπει να σε συμπαθήσει το αφεντικό. Να κάνεις ό,τι σου αρέσει. Και πως θα γίνει αυτό; Ψαξ’το… εμείς ό,τι κι αν δοκιμάσαμε, απέτυχε. Με τίποτα δεν ευχαριστιέται.

Μόνο κάθεται απρόσιτος στο γραφείο του και καταδικάζει. Γι’ αυτό και τα παρατήσαμε. Όπως και οι περισσότεροι….

Μαύρισε η ψυχή του. Ήταν όμως αποφασισμένος να παλέψει. Η ευκαιρία ήταν η μοναδική και δεν είχε σκοπό τη χάσει.

Άλλωστε, δεν ήταν και λίγοι αυτοί που τα είχαν καταφέρει. Και τώρα ήταν οι πιο χαρούμενοι άνθρωποι της πόλης.

Ξεκίνησε από τη πρώτη μέρα δυναμικά. Το αντικείμενο, το γνώριζε καλά. Ήταν αυτό που μελέτησε στο διδακτορικό του!

Με πολύ επιμέλεια άρχισε να κάνει πράξη την τελευταία λέξη της διεθνούς καινοτομίας.

Ιδέες και λύσεις πρωτότυπες, αλλά και πλήρως προσγειωμένες. Χωρίς πολλά οικονομικά ανοίγματα και απαιτήσεις.

Είπαμε έπρεπε πάση θυσία να ευχαριστηθεί το αφεντικό. Μέσα σε λίγο καιρό το τμήμα του είχε πλήρως ανασυνταχθεί. Όλα ακολουθούσαν τη σοφία του και την ευφυΐα του. Και το αποτέλεσμα ήταν εξόχως ευνοϊκό. Έμενε λοιπόν να περιμένει την αξιολόγηση από το αφεντικό.

Θεέ μου! Πόση αχαριστία! Το χαρτί του έφυγε από τα χέρια…. Τι άλλο έπρεπε να κάνει; Εντάξει δεν απαιτούσε να τον βραβεύσουν κιόλας, αλλά όχι και να υποτιμούν την προσφορά του!

Η αδικία παραπήγαινε … δεν θα του έκανε όμως τόσο εύκολα τη χάρη. Είχε μάθει να πολεμά μέχρι τέλους. Φανερά εκνευρισμένος, ζήτησε εξηγήσεις από τον προϊστάμενο προσωπικού.

Η απάντησή του ήταν ένα χαρτί, με λίγες λέξεις από το αφεντικό :

“Η προσφορά σου είναι προφανώς σημαντική. Όμως ξεχνάς πως, παρά τις πολλές σου γνώσεις, υστερείς στην πείρα και στη συνεργασία. Έχεις εγκλωβιστεί στην αυτονομημένη εξέλιξη του τμήματος σου και δεν βλέπεις τη δυσκολία, που αυτή δημιουργεί σε αλλά τμήματα.

Μην εμπιστεύεσαι μόνο το μυαλό σου. Ρώτα τους εμπειρότερους και συνεργάσου, κι όλα θα πάνε καλύτερα!”

Ο δάσκαλος λοιπόν και πάλι μαθητής…

δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.

Θέλοντας και μη άρχισε να ακολουθεί τις οδηγίες. Είπαμε : έπρεπε πάση θυσία να ευχαριστηθεί το αφεντικό.

Τι παράδοξο! Μπροστά του, θα ’λεγες, ανοίχτηκε άλλος κόσμος. Είχαν λοιπόν κι άλλοι αξιόλογες ιδέες και γνώσεις!

Και η καλή συνεργασία στ’ αλήθεια, έδινε άλλη προοπτική στη δουλειά!

Η προσφορά του με αυτό τον τρόπο έγινε ακόμα πολυτιμότερη απολάμβανε πια γενική εκτίμηση.

Και δεύτερη φορά; Μήπως το αφεντικό έχει κάτι προσωπικό μαζί του; Πως μπορεί αλλιώς να δικαιολογηθεί η μετάθεση που του ανακοινώθηκε έτσι ξαφνικά; Ξαναζωντάνεψε μέσα του η βεβαιότητα πως προσπαθεί να τον εξαναγκάζει σε παραίτηση.

Η καλή συνεργασία που είχε πια με τον προϊστάμενο, δεν τον δυσκόλεψε να ξανά

ζητήσει εξηγήσεις.

Αυτή τη φορά η απάντηση ήταν πιο λιγόλογη :

“Αυτό που βλέπεις ως δυσμένεια, προσπάθησε να το αντιμετωπίσεις ως ευκαιρία. Άλλωστε, για να πάρεις προαγωγή, πρέπει να έχεις δοκιμαστεί σε διάφορα πόστα….”

Νέα θέση λοιπόν. Νέες προκλήσεις, αλλά και πολύ περισσότερες δυσκολίες. Αλλά ήταν αυτή η λέξη – “προαγωγή” – που του έδινε κουράγιο και δύναμη.

Είπαμε : έπρεπε πάση θυσία να ευχαριστηθεί το αφεντικό. Και ο καιρός περνούσε….

Στην αρχή κάθε σεζόν περίμενε την πολυπόθητη ανακοίνωση.

Μα δεν ερχόταν.

Η υπομονή του άρχισε να εξαντλείται. Η ταραχή του έγινε πια εμφανής. Και … το ποτήρι κάποια στιγμή ξεχείλισε.

Ήταν εκείνη η μέρα που ένας άλλος από το τμήμα του, έκλεψε τον παράδεισό του…..

Πήρε τη θέση, που ο ίδιος μόνο άξιζε. Κατάλαβε πως έφτασε το τέλος. Όλο του το είναι του φώναζε, να τα βροντήξει και να φύγει. Αλλά να πάει που; Τέτοια εργασία δεν θα εύρισκε πουθενά.

Όρμησε προς το γραφείο του αφεντικού. Ασυγκράτητος χωρίς καν να χτυπήσει, άνοιξε την πόρτα ουρλιάζοντας.

– Τι θέλεις από τη ζωή μου; Τίποτα δεν σε ευχαριστεί!; Τι σου έχω κάνει;

Την ίδια στιγμή πάγωσε. Πισωπάτησε ζαλισμένος.

Δεν ήταν δυνατόν….. στο γραφείο του αφεντικού καθόταν….. Ο πατέρας του!

Τα βλέμματα’ τους συναντήθηκαν. Άναυδος σωριάστηκε σε μια καρέκλα.

Ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε έρθει μέχρι εδώ. Ποτέ δεν είχε ούτε καν φαντασθεί, το πρόσωπο του αφεντικού του….

Το πατρικό βλέμμα τον αγκάλιασε ολόκληρο.

– Παιδί μου, χρόνια καρτερούσα αυτή τη στιγμή. Σε κάθε άνοιγμα της πόρτας έλπιζα πως εσένα θα αντικρίσω. Αλλά τίποτα….

Έτσι χωρίς να φαίνομαι εργάστηκα για την προκοπή σου : να απεγκλωβιστείς από την μεγάλη αυτοπεποίθησή σου.

Να δεις τη δυσκολία ως ευλογία και όχι ως κατάρα.

Να μη βάζεις στο κέντρο της ζωής σου, τον ατομικό σου Παράδεισο.

Με αυτόν τον τρόπο έλπιζα, να σε οδηγήσω μέχρι εδώ. Μα όσο κι αν προσπάθησες να γκρεμίσεις αυτά τα τείχη, κρατούσες συνεχώς στημένο ένα εμπόδιο μπροστά σου : πάντοτε για σένα ήμουν η απρόσωπη διοίκηση.

Το “αφεντικό” που έπρεπε πάση θυσία να ευχαριστήσεις. Ποτέ δεν με αντιμετώπισες ως πρόσωπο. Ποτέ δεν επεδίωξες, να με γνωρίσεις, να με αντικρίσεις. Έστω να μου παραπονεθείς.

Έτσι ποτέ δεν έμαθες αυτό που πραγματικά με ευχαριστεί : Να μου δώσεις την καρδιά σου.

Να με αγαπήσεις και να με εμπιστευθείς.

Να γίνεις αληθινά παιδί μου.

 

Πηγή : Περιοδικό “Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ”

 

Με εκτίμηση

Δημήτριος Μητρόπουλος